Ήταν στο δημοτικό κυνοκομείο Σπάρτης ένα σκυλί που κάθε δέκα λεπτά ούρλιαζε. Ούρλιαζε σαν να το σκοτώνουν.

Μπαίνοντας καταλάβαμε ποιο ήταν, ήταν το γκριφονάκι δεξια, κουτάβι. Επίσης καταλάβαμε πως κανενας δεν το πείραζε ουσιαστικά.

Ήταν σε ένα κλουβί με άλλα δέκα τουλάχιστον σκυλιά, κουτάβια και ενήλικα, να πλέουν στα κόπρανα, και κάθε φορά που μέσα στον συνωστισμό κάποιο άλλο σκυλί απλά το άγγιζε, εκείνο ούρλιαζε και με το που ούρλιαζε τα υπόλοιπα το τραμπουκιζαν. Χωρίς να το δαγκώνουν, απλά το τραμπουκιζαν.

Στο ίδιο κλουβί ήταν και το αδερφάκι του, ένα ολόιδιο κουτάβι θηλυκό, σε πολύ καλύτερη κατάσταση, και σε παραδιπλανα κλουβιά ήταν (πιθανότατα) οι γονείς τους, η Βικτώρια και ο Ντέιβιντ.

Από τα τεσερα μέλη της οικογένειας αυτής, τα τρία κατάφεραν να διαχειριστουν την κατάσταση στην οποία βρισκονταν, το ένα καθόλου. Το κουτάβι αυτό ίσως γεννήθηκε με πιο ευαίσθητη ψυχολογία, ίσως υπήρξαν άλλοι παράγοντες τους οποίους δεν ξέρουμε, που το έφτασαν σε μια κατάσταση να μην μπορεί να αντέξει την ζωή.

Έχει περάσει καιρός, και το αγόρι ακόμα παλεύει να καταλάβει τι συμβαίνει, τι νιώθει, και γιατί νιώθει έτσι. Μέσα του γίνεται διαρκώς μια μάχη, καθώς προσπαθεί να φέρει σε ισορροπία αυτά που νιώθει, αυτά που φοβάται, και αυτά που πλέον τού προσφέρονται απλόχερα.